γράφει ο Γιώργος Σαράτσης και σκέφτομαι ότι σε μένα (μανιακή αναγνώστρια γαρ) συμβαίνει συνήθως το αντίστροφο, αφού απορροφημένη όπως είμαι απ’ τις λέξεις, δεν βλέπω πως γύρω μου «το τοπίο διαστέλλεται» (σελ. 23), ούτε ακούω «[τ]η φωνή μιας παπαδίτσας στις ακακίες» (σελ.27), κι έτσι συχνά η ομορφιά γλιστράει απ’ τις αισθήσεις μου.
Γι’ αυτό απόλαυσα τόσο πολύ την ανάγνωση αυτών των πυκνών, ευθύβολων και φιλοσοφικών στον πυρήνα τους ποιημάτων, και το μόνο που έχω να προσάψω στον ποιητή είναι ότι θα ήθελα να ήταν άλλα τόσα...
Και τα διάβασα όλα αρκετές φορές, και θα τα ξαναδιαβάσω σαν κεριά που ανάβοντάς τα μπόρεσα να διακρίνω στο ενορατικό φως τους “οδηγίες διαχείρισης” της φθοράς και της θνητότητας, αλλά κι έναν τρόπο όρασης απαλλαγμένο απ’ το εγώ και τα μπαγκάζια του, μ’ ένα βλέμμα δηλαδή καθαρό, βαθύ, χριστιανικό, αλλά και βουδιστικό κι εν τέλει λυτρωτικό «σε κάποιο ξέφωτο / ή πάνω σε βράχο / αφουγκράζομαι το τίποτα // το απολύτως τίποτα» (σελ.33), λέει ο ποιητής (σαν άλλος αλήτης της Ντάρμα), και σε κάποιο άλλο σημείο του βιβλίου: «Έρχεται η στιγμή / που οι δρόμοι παραγράφονται / όπως τα αδικήματα» (σελ. 46).
Άλλωστε, η ρήση του Ιωάννη Χρυσοστόμου ως μότο* του βιβλίου είναι ενδεικτική της συγγραφικής πρόθεσης, που είναι να μας κάνει (ακόμα -ίσως κυρίως- και τους άθρησκους σαν εμένα) να νιώσουμε «μνήμην θανάτου και κατάνυξη». Και συγχρόνως να μας κάνει να δούμε, όχι μόνο την φθορά, ή τον φόβο (όπως λέει ο Έλλιοτ) αλλά και το φως σε μια χούφτα σκόνης, αφού (και) γι’ αυτό είναι πρόσφορο το χώμα, για να θυμηθούμε τον τίτλο της προηγούμενης συλλογής του Γιώργου Σαράτση.
Τέλος, σαν υστερόγραφο, θέλω να αναφερθώ στον τίτλο της συλλογής «Τέναγος», που σημαίνει ρηχά νερά και, ως εκ τούτου, κατά την άποψη μου, μπορεί να διαβαστεί και ως μια παράδοξη-ειρωνική πατριδογνωσιακή αντίστιξη στο «Πέλαγος», που παραδοσιακά και συνειρμικά μάς έρχεται στο μυαλό όταν μιλάμε για την Ελλάδα.
*Κύριε, δός μοι δάκρυον
καί μνήμην θανάτου καί κατάνυξίν
